Η προστασία μητρότητας και τοκετού για τις εργαζόμενες στον ιδιωτικό τομέα


ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
1.Νόμος 1302/82 (επικύρωσε την 103/52 Διεθνή Σύμβαση Εργασίας),
2. Αρθρο 15 Ν. 1483/84 (απαγόρευση απολύσεως εγκύου και μητέρας),
3.  Αρθρο 20 του Ν. 1849/89 (με το οποίο κυρώθηκε το άρθρο 5 της  ΕΓΣΣΕ 1989, η οποία αύξησε  την άδεια μητρότητας σε 15 εβδομάδες), 
4. Αρθρο 9 του Ν. 2224/94 (με το οποίο κυρώθηκε το άρθρο 7 της ΕΓΣΣΕ 1993, η οποία αύξησε  την άδεια μητρότητας σε 16 εβδομάδες),
5.  Αρθρο 11 Ν. 2874/2000 (με το οποίο επεκτείνεται το επίδομα λοχείας κατά μια εβδομάδα και κυρώθηκε το άρθρο 7 της ΕΓΣΣΕ 2000 - 2001, η οποία αύξησε  την άδεια μητρότητας σε 17 εβδομάδες),
6. Αρθρα 657-658 ΑΚ (για τις αποδοχές κατά τη διάρκεια της άδειας),
7. ΕΓΣΣΕ 2006 – 2007 (για τα δικαιώματα σε περίπτωση παρένθετης μητρότητας)
8. ΕΓΣΣΕ 1993, 2002-2003, & 2004-2005 (για την άδεια θηλασμού και φροντίδας παιδιού)
9. Αρθρο 25 Ν.2639/98 (για τη γονική άδεια ανατροφής)
10. Αρθρο 142 Ν. 3655/2008 (για την ειδική άδεια μητρότητας – ΟΑΕΔ)
11. Π.Δ. 176/97  (Μέτρα για την βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων)


ΑΔΕΙΑ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ (ΤΟΚΕΤΟΥ ΚΑΙ ΛΟΧΕΙΑΣ)
Σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, οι γυναίκες που απασχολούνται σε οποιοδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου ή ορισμένου χρόνου, δικαιούνται, ανεξάρτητα από εθνικότητα, ιδιότητα (υπάλληλος ή εργάτρια), το χρόνο εργασίας στον εργοδότη τους, να λάβουν άδεια τοκετού και λοχείας, συνολικής διάρκειας 17 εβδομάδων δηλ. 119 ημέρες (άρθρο 7 της ΕΓΣΣΕ 2000 - 2001 που κυρώθηκε με το άρθ. 11 του Ν. 2874/2000), προσκομίζοντας στον εργοδότη τους πιστοποιητικό γιατρού που να βεβαιώνει την πιθανή ημέρα του τοκετού. Απ' αυτές οι 56 ημέρες θα χορηγούνται υποχρεωτικά πριν από την πιθανή ημερομηνία τοκετού και οι υπόλοιπες 63 μετά τον τοκετό. Σε περίπτωση που ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο απ' αυτόν που είχε αρχικά πιθανολογηθεί, το υπόλοιπο της άδειας θα χορηγείται υποχρεωτικά μετά τον τοκετό, ώστε να εξασφαλίζεται χρόνος συνολικής άδειας 119 ημερών. Σε περίπτωση που ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο μεταγενέστερο απ' αυτόν που είχε υπολογισθεί, τότε η άδεια των 56 ημερών πριν τον τοκετό παρατείνεται ανάλογα, χωρίς η παράταση αυτή να επηρεάζει το χρόνο της μετά τον τοκετό άδειας (λοχείας) που παραμένει πάντοτε στις 63 ημέρες. Την άδεια μητρότητας δικαιούται και η εργαζόμενη κυοφορούσα που δεν έχει συνάψει γάμο, αλλά το τέκνο της προέρχεται από εξώγαμη σχέση.  Ως προς τις αποδοχές της εργαζόμενης κατά το διάστημα αυτό εφαρμόζεται ότι και στην ασθένεια (άρθ. 657-658 ΑΚ). Δηλαδή, όσες έχουν συμπληρώσει δέκα μέρες και δεν έχουν συμπληρώσει έτος εργασίας στον αυτό εργοδότη, δικαιούνται τις αποδοχές τους για μισό μήνα, όσες δε έχουν συμπληρώσει έτος εργασίας τις αποδοχές τους για ένα μήνα. (αφαιρουμένων των παροχών ασθένειας  από τον ασφαλιστικό φορέα)  Εάν η εργαζόμενη δεν έχει τις προϋποθέσεις λήψης παροχών ασθένειας από τον ασφαλιστικό φορέα, αυτές καταβάλλονται εξ’ ολοκλήρου από τον εργοδότη.
Τέλος, σύμφωνα με το Π.Δ. 176/97  η έγκυος εργαζόμενη απαλλάσσεται από την εργασία χωρίς περικοπή αποδοχών, για να υποβληθεί σε εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου, εφόσον οι εξετάσεις αυτές πρέπει να γίνουν κατά το χρόνο εργασίας.


ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΑΠΟΛΥΣΗΣ ΕΓΚΥΟΥ
Aπό  την εργατική νομοθεσία, (Ν. 1483/84) απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η απόλυση εργαζόμενης, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος γι’ αυτό. (πχ διάλυση επιχείρησης, διάπραξη αξιόποινης πράξης κλπ.)   Επίσης απαγορεύεται ρητά και είναι απολύτως άκυρη η απόλυση της εργαζοµένης για χρονικό διάστηµα ενός έτους από την ηµέρα του τοκετού ή για διάστηµα 15 µηνών για τις γυναίκες που κάνουν χρήση της ειδικής παροχής προστασίας µητρότητας του άρθρου 142 του Νόµου 3655/2008. (Με το άρθρο 36 του Ν.3996/2011 το χρονικό διάστημα προστασίας από απόλυση για τις μητέρες έγινε πλέον 18 μήνες.  Σαν σπουδαίος λόγος δεν μπορεί όμως σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί η ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου, που οφείλεται στην εγκυμοσύνη.  H κρίση πάντως αν ένα περιστατικό αποτελεί σπουδαίο λόγο ή όχι, για την απόλυση της εργαζόμενης ανήκει στα δικαστήρια τα οποία ενδεικτικά αναφέρουμε ότι έχουν κρίνει ως σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας στη περίπτωση αυτή: α) τη δημιουργία καταστάσεων που να καθιστούν αδύνατη τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας, ανεξάρτητα με την ύπαρξη υπαιτιότητας β) τη μη συμμόρφωση στις οδηγίες του εργοδότη,  γ) την επίδειξη επαγγελματικής ανεπάρκειας δ) τη μη εκτέλεση από τη μισθωτό με επιμέλεια της εργασίας που της ανατέθηκε, ε) την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων, στ) την ουσιώδη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, ζ) την πρόκληση βλάβης από πρόθεση και βαριά αμέλεια, ζ) τη δημιουργία επεισοδίων, η) την επανειλημμένη εγκατάλειψη της εργασίας, θ) την ίδρυση ανταγωνιστικής επιχείρησης  ι) τη διακοπή των εργασιών, η διάλυση ή η πτώχευση της επιχείρησης.
Η ανωτέρω προστασία παρέχεται στην εργαζόμενη έγκυο γυναίκα ανεξάρτητα  του αν ο εργοδότης γνώριζε η όχι την εγκυμοσύνη της, αφού στο άρθρο 15 του Ν.1483/1984 δεν επαναλαμβάνεται παλαιότερη διάταξη για την γνώση του γεγονότος από τον εργοδότη. (ΑΠ. 976/1998).
Σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν.1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει γραπτά,  επαρκώς την καταγγελία και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση προς τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιθεώρησης Εργασίας.
Οι παραπάνω διατάξεις  εφαρμόζονται σε όλους τους εργοδότες, άσχετα με την ιδιότητά τους (φυσικά πρόσωπα, δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου), όπως π.χ. ιδιωτικές επιχειρήσεις ή εργασίες βιομηχανικής ή βιοτεχνικής ή εμπορικής φύσεως, γεωργικές εργασίες, διενέγειας μεταφορών, κοινής ωφέλειας κλπ. Aπό πλευράς μισθωτών, καλύπτει όλες γενικά τις κατηγορίες των εργαζομένων (υπαλλήλους, εργάτριες), που απασχολούνται στους ανωτέρω εργοδότες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αδιάφορα αν είναι έγκυρη ή άκυρη. Συνεπώς όταν ο εργοδότης προβαίνει σε απόλυση εργαζόμενης που είναι έγκυος και στη συνέχεια αρνείται να τη δεχθεί στην εργασία του, καθίσταται υπερήμερος και οφείλει πλέον να καταβάλει μισθούς υπερημερίας, γιατί η γενόμενη απόλυση είναι άκυρη και παράνομη. Eπί πλέον αντιμετωπίζει και το ενδεχόμενο επιδίκασης στην εργαζόμενη χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.


ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ
Ερώτημα  προκύπτει στη περίπτωση που το παιδί  γεννηθεί νεκρό ή πεθάνει λίγο μετά τον τοκετό, αν θα πρέπει δηλαδή να ισχύουν τα παραπάνω για την άδεια μητρότητας στην εργαζόμενη. Για το ερώτημα αυτό υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Το Υπουργείο Εργασίας  ( 2008/1985 και 703/1987 έγγραφα ) έχει την  άποψη ότι ο θάνατος του τέκνου  μετά τον τοκετό έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της προστασίας μητρότητας, με το σκεπτικό ότι προστατεύονται οι εργαζόμενες μητέρες που έχουν υποχρεώσεις προς τα παιδιά τους.  Εάν το παιδί γεννηθεί νεκρό, η μητέρα έχει λάβει το προ του τοκετού τμήμα αδείας μητρότητας (κυοφορίας), αλλά μετά τον τοκετό δεν δικαιούται άδεια λοχείας, αλλά άδεια λόγω ασθενείας. Το αυτό ισχύει και όταν το παιδί πεθάνει κατά τη διάρκεια της άδειας λοχείας, αφού  η άδεια μητρότητας δεν χορηγείται μόνο για να επανέλθει ο οργανισμός της μητέρας στη φυσική του κατάσταση, αλλά και για την αντιμετώπιση των φροντίδων που απαιτούνται για την ανατροφή του παιδιού. Συνεπώς, όταν δεν υπάρχει παιδί, η διάρκεια του μετά τον τοκετό τμήματος της άδεια μητρότητας θα εξαρτηθεί από το χρόνο που απαιτείται για την επαναφορά του οργανισμού της μητέρας στη φυσική του κατάσταση και μόνο. Αυτό, φυσικά, το κρίνει ο αρμόδιος γιατρός.
Αντίθετη πάντως άποψη έχουν  γνωστοί εργατολόγοι – καθηγητές  ( Ντάσιος  «Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο» εκδ. 5η, σελ. 563 - Γκούτος «Εργατικό Δίκαιο»  σελ. 36 κ.α.) αφού η άδεια μητρότητας αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην ανάκαμψη του γυναικείου οργανισμού από την ταλαιπωρία και τον κλονισμό που υφίσταται λόγω της εγκυμοσύνης και δευτερευόντως στο να εξασφαλίσει στην εργαζόμενη επί πλέον χρόνο για την φροντίδα του νεογνού. Συνεπώς δεν πρέπει να μεταβάλλεται η άδεια μητρότητας από το γεγονός ότι το έμβρυο γεννήθηκε νεκρό ή πέθανε λίγο μετά τη γέννα.  Οι διατάξεις που αναφέρονται στην προστασία αναφέρουν ως προϋπόθεση προστασίας την ύπαρξη τοκετού και όχι το εάν είναι εν ζωή ή όχι το παιδί. Από τις διατάξεις αυτές προβλέπεται ότι κάθε γυναίκα δικαιούται να λάβει άδεια μητρότητας με την προσκόμιση ιατρικού πιστοποιητικού που να βεβαιώνει την πιθανή ημερομηνία του τοκετού της. Επομένως ο γιατρός βεβαιώνει την ύπαρξη τοκετού ή όχι, οπότε προκύπτει η προστασία. Κυρίαρχο στοιχείο είναι η ύπαρξη τοκετού.
Ο Άρειος Πάγος με την αριθ. 1362/2009 απόφασή του αποφαίνεται ότι η απόλυση μητέρας απαγορεύεται για χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό, έστω και αν το έμβρυο γεννηθεί νεκρό. Και το Ν.Σ.Κ. με την αριθ. 194/2005 γνωμοδότηση της Ολομέλειας αποφαίνεται ότι η προστασία εξακολουθεί να υφίσταται ανεξάρτητα από την ύπαρξη νεκρού ή ζωντανού παιδιού.
Αναφέρουμε επίσης ότι, ασφαλισμένες στο ΙΚΑ διαμαρτυρήθηκαν στον Συνήγορο του Πολίτη διότι απορρίφθηκε αίτημά τους για χορήγηση επιδομάτων μητρότητας είτε λόγω πρόωρου τοκετού είτε λόγω θανάτου του νεογνού. Ο Συνήγορος του Πολίτη, απευθύνθηκε με έγγραφό του προς τον Διοικητή του ΙΚΑ, τη Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το Νομικό Σύμβουλο του κράτους για το θέμα αυτό και στην πορεία το ΙΚΑ εξέδωσε εγκύκλιο με την οποία διευκρίνισε ότι η καταβολή των επιδομάτων κυοφορίας-λοχείας, πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην ύπαρξη του πραγματικού γεγονότος του τοκετού και να μην εξαρτάται από τη χρονική διάρκεια της εγκυμοσύνης, ούτε και από τη γέννηση του ζωντανού ή μη εμβρύου ή την επιβίωση του νεογνού μετά τη γέννησή του.
Δείτε την εγκύκλιο ΕΔΩ


http://ergasiaka-gr.net

Αν σας άρεσε,πατήστε

Κοινοποιήστε το

Στο Google+

Μπείτε στη παρέα του Αλητάκου, απλά πατώντας "like"


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...